— Εδρα του Γενικού Αρχηγείου των Δυνάμεων ΕΟΕΑ κα της εν Ελλάδι Βρετανικής Αποστολής.
— Eφονεύθηsαν 16 άτομα, ετραυματίσθησαν 30 και αι καταστροφαὶ ἀνήλθον εις 60—65%.
— Υπο του Κ. Γ. Ἀγόρου, Αντιστράτηγου εα.
Μέρος 1ο
«Επιδράσεις εις τόν ψυχικόν κόσμον, τελείως ἀνεξήγητες, δημιουργούν ρίγη καὶ μίαν πνευματικήν ἔντασιν μὲ μόνην τήν ἀνάμνησιν γεγονότων τοῦ παρελθόντος.
Πράγματι σαν ένας μακρυνός αντίλαλος ποὺ ξεκινα ἀπὸ τὰ βάθη της αιωνιώτητας τῆς Ελληνικης, ανανεώνει, τώρα καθώς ανετειλε, η 5η Μαΐου η επέτειος του ολοκαυτώματος του χωρίου Βουργαρελί, ολοζώντανη την ιστορία παρόμοιων επεισοδίων ανεξαντλήτων σε επαναλήψεις ηρωισμού και αυτοθυσίας της Ελληνικής φυλής από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του θρύλου του 1821, της εποποιάς του 1940-41 των αγωνων αντίστασης κατὰ των κατακτητών 1942-45 και μέχρι σήμερα εις ένα τεράστιον αγώνα υπέρ της ελευθερίας και του πολιτισμού και εις μιαν υπεράνθρωπον θυσίαν υπερ τῶν ανθρωπίνων ιδεωδῶν.
Σχεδόν ασυναίσθητα η σκέψις μου τριγυρνά εις τὸν χώρον τοὺ δοκιμασθέντος πληθυσμού και όπως ο χρόνος κύλα και φέρνει πλησίον την 5ην Μαΐου 1943 οι αναμνήσεις μου ζωηρεύουν. Ισως διότι έζησα και ησθάνθην την ψυχικὴν συγκινήσιν εἰς όλη την έκτασην της σοβαρότητας της, ίσως διότι ως εκ της θέσεως μου διαδραμάτισα πρωτεύοντα ρόλον εις την αντιμετώπισιν της προκληθήσεις συγχίσεως του άμαχου πληθησμού από τον ανύποπτον κίνδυνον, εγνώρισα την τραγικότητα ,στιγμης καὶ ἐννοίωσα βαθεια τὴν λαχτάρα τῶν κατοίκων.
Αι κατωτέρω σελίδες του ημερολογίου μου υπὸθετω οτι αποδίδουν πληρέστατα την τραγικότητα της ημέρας εκείνης χωρὶς βεβαίως λογοτεχνικὰς αξιώσεις, θεωρώ επίκαιρον την δημοσίευσίν των και χάρις εις βίαν νεωτέρων γενεών και δια λόγους δὲν εχομεν σχέσιν με τραγικὰς στιγμὰς της Εθνικῆς Αντιστάσεως.
H ημέρα αύτη είναι η πιο μαύρη ημέρα των Βουργαρελιωτών. Ημέρα ποὺ δοκιμασθήκαμε πιὸ σκληρὰ απὸ τα γερμανικὰ Στούκας με τα οποια οι Γερμανοὶ μας πίστεψαν ότι θα μας αφάνιζον μια και καλή ως αντάρτας, ως αντίσταση. Όλη τὴν ημέρα το Βουργαρέλι βομβαρδίζοταν με συνεχή κύματα αεροπλάνων, τα ὁποία φόρτωναν τις βόμβες απὸ τα ἀεροδρόμια των Ιωαννίνων και τις ξεφόρτωναν στὸ χωριὸ του Βουργαρελίου για να σβήσουν απὸ τη γη μας, το θρυλλικο αυτό χωριό με τους ατσάλινους πολεμιστάς του, γιατί βρέθηκαν αντιμέτωποι των νέων αυτών βάρβάρων οι οποίοι ξεπέρασαν στην κτηνωδία τους τις ορδές του Αττίλα.
Πολύ αργά το βράδυ της ημέρας αυτης βρέθηκα κοντά στην σπηλιά τυ Βάγγη, στη δρακότρυπα για κάποια προστασία. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού διενυκτέρευσαν απόψε κοντά σ'αυτή τὴ σπηλιὰ, αλλοι μέσα και αλλοι ἔξω.
Προσπαθώ να καθυσηχάσω κάπως τους απελπισμένους χωριανούς και τους χαροκαμένους.
Ὅλοι τους με παρακολουθούν με μάτια βουβα και σκεπτικοί. Δεν είναι εύκολο πράγμα η παρηγοριά αυτὴ την στιγμή. Έχασαν ανθρώπους τους, έχασαν σπίτια και την σοδειά τους και δεν ξέρουν ακόμα τι τοὺς περιμένει. Τοὺς νεκροὺς τοὺς θάψαμε το βραδάκι ποὺ σταμάτησε ο βομβαρδισμός, τοὺς τραυματίες τοὺς περιποιηθήκαμε οπως μπορούμε καλύτερα στο Μοναστήρι, στο σπίτι του Βάγγη καὶ σε μερικὰ αλλα αγροτόσπιτα εξω απὸ το χωριό.
Ο κίνδυνος για ολους μας δὲν πέρασε ἀκόμα. Πιθανώς και αύριο με τα χαράματα να έχουμε τα ίδια.
Μερικὰ σκυλιὰ ουρλιάζουν....
Το κείμενο πρωτοδημοσιευθηκε στην ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ το 1966 σε τρία μέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου