Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

71 Χρόνια από τον βομβαρδισμό του Βουργαρελίου


Ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου

Του Δημήτρη Βλαχοπάνου

Γερμανοί πατούν την Ελλάδα
Δραματικά και συνάμα τραγικά γεγονότα όπως ο βομβαρδισμός του Βουργαρελίου ή το ολοκαύτωμα του Κομμένου μπορεί να σημαίνουν πολλά. Μα σημαίνουν ανάμεσα σ’ αυτά τα πολλά και την ανάγκη μας για μια συνομιλία με την ιστορία μας ή για έναν διάλογο με τον τόπο μας. Κι είναι βέβαιο πως από αυτή τη συνομιλία και το διάλογο αυτό θα βγουν στο φως πολλές από τις απαντήσεις που αναζητάμε στα αγωνιώδη ερωτήματά μας για το πώς φτάσαμε εδώ ή για το πώς το μικρό καραβάκι που λέγεται Ελλάδα ή που λέγεται Βουργαρέλι πέρασε μέσα απ’ τα χίλια μύρια κύματα των συμπληγάδων και κατάφερε, γλιτώνοντας απ’ τα δόντια της Σκύλας και της Χάρυβδης, να βρει την ακτή του και ν’ αράξει στους απάνεμους πια κόρφους της ομαλότητας και των εξορμήσεων για νέα ταξίδια.

Όταν την Κυριακή 27 Απριλίου του 1941 μπαίνουν στην Αθήνα οι πρώτες μηχανοκίνητες γερμανικές φάλαγγες, οι Έλληνες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν τρέφουν αυταπάτες για τις εγκληματικές τους προθέσεις. Στις 9.45΄ οι κατακτητές υψώνουν τη γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Οι Γερμανοί θεώρησαν ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός να κυματίζει η σημαία τους πάνω σ’ ένα μνημείο με παγκόσμια ακτινοβολία. Φροντίζουν αμέσως μετά να τεμαχίσουν τη χώρα σε ζώνες κατοχής και να την οδηγήσουν στην πιο σκληρή δοκιμασία για την ίδια την ύπαρξή της. Γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα τρέφονται απ’ τις σάρκες της και τρέφουν όνειρα για τον αφελληνισμό της και την ενσωμάτωση των εδαφών της στις δικές τους αυτοκρατορίες. Στις 19 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, και στις 21 Απριλίου 1941, Δευτέρα του Πάσχα, η Άρτα μετατρέπεται σε ερείπια από τους δολοφονικούς γερμανοϊταλικούς βομβαρδισμούς. Εκατοντάδες άμαχοι βρίσκουν φρικτό θάνατο. 



Η Ελλάδα, παγωμένη μέσα στην καρδιά της άνοιξης, υποδέχεται με σφιγμένα τα δόντια τη νέα τάξη πραγμάτων. Οι Έλληνες δε συμβιβάστηκαν ποτέ με την ιδέα της εισβολής και της κατοχής. Κλείστηκαν στα σπίτια  τους, κουβεντιάζοντας με την ιστορία τους και τους προγόνους τους. Κι έλαβε γρήγορα τέλος η αμηχανία. Και μπήκε στο νου τους πως δε θα περάσει καλά ο λαός με τη μάστιγα τούτη των πετεινών του Βορρά, μα κι αυτά δε θα περάσουν καλά σε μια χώρα που έχει ιστορία βουτηγμένη στο αίμα και στο δάκρυ. Κι αρχίζει νωρίς – νωρίς η αντίσταση και η εξέγερση.

Οι Έλληνες ξεκινούν τον αγώνα
Τη νύχτα της 30ης προς 31η κιόλας Μαΐου 1941, ένα μήνα αφότου οι κατακτητές μπήκαν στην Αθήνα και την ημέρα που έπεφτε η Κρήτη στα χέρια των Γερμανών, ο Μανόλης Γλέζος και ο Αποστόλης Σάντας, εκφράζοντας το φρόνημα ολόκληρου του ελληνικού λαού και  αψηφώντας τον κίνδυνο του θανάτου, σκαρφαλώνουν στην Ακρόπολη και κατεβάζουν από τον ιστό της τη γερμανική σημαία (σβάστικα), που κυμάτιζε αλαζονική και αγέρωχη. Το Σεπτέμβρη ιδρύονται οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις: ο Ενιαίος Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος (ΕΔΕΣ), η Εθνική και Κοινωνική Αλληλεγγύη (ΕΚΚΑ) και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Κοινός σκοπός τους είναι η απελευθέρωση της χώρας και η εξασφάλιση για το μέλλον της των δημοκρατικών θεσμών που θα εγγυώνται τις ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τις ίδιες μέρες συγκροτείται στην Άρτα η στρατιωτική οργάνωση «ΕΛΛΑΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», ενώ ξεκινούν οι συντονισμένες προσπάθειες να οργανωθούν σε κάθε χωριό κινήσεις και μέτωπα κατά του εχθρού.
Οι Έλληνες μέσα σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο της κατοχής ζουν ξανά την ιστορία τους ως «ελεύθεροι πολιορκημένοι». Μα τώρα δε σχεδιάζουν να κάνουν καμιάν ηρωική έξοδο απ’ αυτή και να την ερημώσουν προσφέροντάς την δώρο στους τρεις κατακτητές. Βγαίνουν στο βουνό και δημιουργούν εκεί την ελεύθερη Ελλάδα. Από το Φλεβάρη του 1942 προχωρούν στην ίδρυση των ένοπλων τμημάτων και ο αγώνας μεταφέρεται συντονισμένος και οργανωμένος από τις πόλεις στην ορεινή πατρίδα. Στις 25 Νοεμβρίου 1942 στέλνουν το πιο ηχηρό μήνυμα. Ενωμένες οι αντιστασιακές δυνάμεις συνεργάζονται με τους σαμποτέρ της Βρετανικής μυστικής αποστολής στην Ελλάδα και ανατινάζουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, καταφέρνοντας το πρώτο σοβαρό πλήγμα στη γερμανική παντοδυναμία και αναπτερώνοντας το ηθικό και την ελπίδα των Ελλήνων: ο άξονας δεν είναι αχτύπητος.       

Βουργαρέλι: Η πρωτεύουσα της ελεύθερης ορεινής Ελλάδας
Τον Απρίλη του 1943 ο αρχηγός των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ) Ναπολέων Ζέρβας μεταφέρει το αρχηγείο του από το Ραδοβίζι στο Βουργαρέλι. Η ελεύθερη ορεινή Ελλάδα αποκτά την πρώτη πρωτεύουσά της. Ο αντιστασιακός αγώνας μπαίνει σε μια κρίσιμη, λεπτή και σκληρή φάση. Η φλόγα του αρχίζει να δυναμώνει, αλλά αρχίζει ταυτόχρονα να μεγαλώνει και η πολεμική δραστηριότητα των κατακτητών και να πυκνώνουν τα δικά τους πυρά πάνω απ’ τα σπίτια της περιοχής και τα κεφάλια των κατοίκων της. Για τους Ιταλούς και τους Γερμανούς τα περιθώρια στενεύουν μπροστά στο ορατό ενδεχόμενο της ήττας τους και της κατάρρευσής τους: Έπρεπε, πάση θυσία, να σβήσει το αντάρτικο και να τιμωρηθούν εκείνοι που συνεργάζονταν με τους αντάρτες και τους παρείχαν τρόφιμα και παντός είδους διευκολύνσεις. Το Βουργαρέλι γίνεται στόχος. Και η τιμωρία του δεν αργεί να ’ρθει.
Τα χαράματα της 5ης Μαΐου 1943 δυο γερμανικά καταδιωκτικά αεροπλάνα φέρνουν γύρω πάνω απ’  τα σπίτια του και ρίχνουν τις πρώτες βόμβες. Και αμέσως μετά ξεσπά η καταιγίδα: ένα σμήνος από εννιά γερμανικά στούκας ξερνά πάνω από 400 βόμβες και μετατρέπει το χωριό σε ερείπια. Κι ύστερα πιο πολλά στούκας και περισσότερες βόμβες θανάτου. Και ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με μικρές διακοπές και σπέρνει χωρίς έλεος το θάνατο και τον τρόμο. Έντρομοι οι κάτοικοι απ’  αυτή την πρωτόγνωρη και απρόσμενη επίθεση, τρέχουν να σωθούν στα γύρω δάση, αλλά καταδιώκονται και σ’ αυτά και συγκλονισμένοι γυρεύουν τρόπους να προφυλαχτούν μέσα σε μια κόλαση από συντρίμμια, κουρνιαχτό και καπνούς.
Αργά το απόγευμα, όταν ολοκληρώθηκε η θανατηφόρα επιχείρηση κι αποσύρθηκαν στα Γιάννενα τα βομβαρδιστικά, οι Βουργαρελιώτες μέτρησαν τα τραγικά θύματά τους: 13 οι νεκροί και οι τραυματίες 30. Μεταξύ αυτών 3 αντάρτες νεκροί και 6 τραυματίες. Σπίτια καταστραμμένα κι οι άνθρωποι ράκη μέσα σ’ ένα τοπίο θανάτου, πανικού και αβεβαιότητας. Και το φάντασμα του κακού και του τρόμου να περιφέρεται άτεγκτο και να περιμένει την άλλη στιγμή, τον άλλο καιρό, για να ενσκήψει ξανά και να γκρεμίσει ό,τι άφησε όρθιο με το πρώτο του πέρασμα. Γιατί λίγες μέρες μετά παίρνουν σειρά τα δίπλα χωριά που βλέπουν να μαυρίζει τώρα ο ουρανός ο δικός τους και να σκάει μες στα σπίτια τους η φωτιά και το ατσάλι.

Η γερμανική Βέρμαχτ εν δράσει
Τον Ιούλιο του 1943 καταφτάνει στην Ήπειρο η 1η γερμανική μεραρχία εντελβάις. Είκοσι τέσσερις  χιλιάδες στρατιώτες της γερμανικής Βέρμαχτ «βουλιάζουν» την Ήπειρο και κουβαλούν όπου πάνε το θάνατο, την ερήμωση και την ατίμωση. Στις 25 Ιουλίου καίγεται η Μουσιωτίτσα και 150 κάτοικοί της –άντρες, γυναίκες, παιδιά– δολοφονούνται και γίνονται κάρβουνο. Στις 16 Αυγούστου καίγεται το Κομμένο και 317 ανυποψίαστοι και ανυπεράσπιστοι κάτοικοί του εκτελούνται ανελέητα. 36 παιδιά ηλικίας 4 μηνών έως 5 χρονών χάνονται μέσα στους καπνούς και τις φλόγες που έσπειραν οι στρατιώτες της ναζιστικής μηχανής. Στο αίμα πνίγεται ο γάμος της Αλεξάνδρας και του Θεοχάρη το ξημέρωμα της οργισμένης εκείνης Δευτέρας και φεύγουν για αγύριστο νυφικό τους ταξίδι ο γαμπρός με τη νύφη.
Και αρχίζει μετά η φονική τής Βέρμαχτ ανάβαση στα Τζουμέρκα και το αδιάκοπο σφυροκόπημα των χωριών του, σκορπίζοντας παντού την απειλή πως, αν δεν καθίσουν φρόνιμα, αν δε σκύψουν δηλαδή το σβέρκο περισσότερο, οι κάτοικοί τους, θα πάθουν χειρότερα απ’ αυτά που έπαθε το Κομμένο. Κι αφού πουθενά δεν τους δίνουν γη και ύδωρ, εκείνοι ορμούν ασυγκράτητοι πάνω τους ρημάζοντας και σκοτώνοντας. Ο γερμανικός φθινοπωρινός περίπατος γενικεύεται σε ολόκληρη την Ήπειρο, ενώ την ίδια εποχή αρχίζει, δυστυχώς,  ο μικρός εμφύλιος μεταξύ των δύο αντιστασιακών οργανώσεων, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την εξέλιξη του αγώνα και το μέλλον του ελληνικού λαού. Το μεσημέρι της 30 Οκτωβρίου του 1943 οι Γερμανοί στρατιώτες ξετρυπώνουν από τις δασώδεις χαράδρες του Βουργαρελίου και αρχίζουν αιφνιδίως επίθεση κατά του χωριού και των ανταρτικών δυνάμεων του Ζέρβα. Οι κάτοικοι αναζητούν μαζί με τους αντάρτες καταφύγιο στα Θεοδώριανα.
Θα τελειώσει κάποτε το κακό και θα ξημερώσει η αυγή της ελευθερίας. Η χώρα μας σε κάθε γωνιά της, σε κάθε πόλη της και χωριό, σωροί ερειπίων. Οι σφαγές και τα ολοκαυτώματα είναι γεγονότα απερίγραπτα και απίστευτα για όσους βρίσκονται μακριά κι έξω από αυτά. Ο τακτικός γερμανικός στρατός δε γνωρίζει από οίκτο και δε διστάζει να τραβήξει τη σκανδάλη και να πετάξει τη χειροβομβίδα εισβάλλοντας μέσα στα σπίτια των ανυποψίαστων και άοπλων συμπατριωτών μας. Η Ελλάδα γνώρισε καλά κι άμαθε με το λουτρό του αίματός της τι πάει να πει γερμανικός ναζισμός, ως πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος που εμφορείται και αφιονίζεται με την ιδεολογία του Χίτλερ.

70 χρόνια το έγκλημα παραμένει ατιμώρητο
Γι’ αυτό και όσοι γνωρίζουν καλά, ούτε ξεχνούν ούτε συγχωρούν το κακό και κείνους που το ’πραξαν. Γιατί «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά». Και γυρεύει δικαίωση. Συμπληρώνονται φέτος 70 χρόνια απ’ τις ματωμένες εκείνες μέρες του ’43. 70 χρόνια οι Έλληνες μνημονεύουν τα θύματα της ναζιστικής  θηριωδίας. 70 χρόνια καταγγέλλουν τα στυγερά εγκλήματα  πολέμου. Η Ελλάδα δεν ξεχνά και δε συγχωρεί. Οι κραυγές πόνου και η πίκρα της ορφάνιας εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών της δεν της το επιτρέπουν. 
Αλλά σήμερα ο πόνος και η θυσία των Ελλήνων δε συμβιβάζεται, δεν μπορεί να συμβιβαστεί, με το καθεστώς μιας νέας κατοχής που επιδιώκουν να επιβάλουν στη χώρα μας οι σύμμαχοί μας και εταίροι μας Γερμανοί. Δεν είναι η Ελλάδα χρεωμένη στη Γερμανία. Η Γερμανία είναι χρεωμένη στην Ελλάδα. Και τα χρέη της δεν παραγράφονται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Τα χρέη της δεν παραγράφονται όσο εξακολουθούν να δροσίζουν τις πλαγιές της ψυχής μας τα μεγάλα ιδανικά της πατρίδας, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Και είναι, πάνω απ’ όλα, ζήτημα αξιοπρέπειας και τιμής προς την ιστορία μας και όσους μάτωσαν γι’ αυτή να θυμίζουμε στους φίλους μας Γερμανούς πως δεν τους επιτρέπουμε ούτε να λησμονούν ούτε να συμψηφίζουν ούτε να υποτιμούν τις οφειλές προς τη χώρα μας. Αν και το ξέρουμε πως οι ψυχές που χάθηκαν στο πέρασμά τους είναι ανεκτίμητες. Αν, αλήθεια, οι ψυχές των νεκρών μας δε σημαίνουν κάτι για τους σημερινούς αρχηγούς της νέας γερμανικής εποχής, το πρόβλημα δεν είναι δικό μας. Το πρόβλημα είναι δικό τους. Και φαίνεται καθαρά. Και τους εκθέτει.

Να ευχαριστήσουμε τον κ.Δημήτρη Βλαχοπάνο που μας έστειλε το κείμενο που δημοσιεύθηκε στα Τζουμερκιώτικα Χρονικά του 2013 από την ΙΛΕΤ (Ιστορική & Λαογραφική Εταιρεία Τζουμέρκων).   

3 σχόλια:

  1. Στο φίλο που άφησε σχόλιο, ελπίζω να καταλαβαίνεις γιατί δεν μπήκε. Αν έχεις επιχειρήματα ευχαρίστως να τα βάλω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν μπήκε διότι κάνεις λογοκρισία και είσαι πασοκ αβαριτσας

      Διαγραφή
  2. Αν εκφράσεις την άποψη σου πολιτισμένα φυσικά και θα μπει. Αν νομίζεις ότι σε λογοκρίνω γράψε το σχόλιο καλύτερα και θα το δεις....Προφανώς δεν ανήκω σε κανένα κόμμα ή παράταξη.....αλλιώς δεν θα έβλεπες τις αναρτήσεις που βλέπεις....

    ΑπάντησηΔιαγραφή