Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

ΠΑΛΙΟΜΛΟΣ – Πηγή ΖΩΗΣ



Ένα αφιέρωμα στο αξιοθαύμαστο μνημείο της φύσης και μοναδικό στολίδι της περιοχής μας, τον ανεπανάληπτο καταρράχτη Παλιόμυλο που κοσμεί το blog μας.

 

ΠΑΛΙΟΜΛΟΣ – Πηγή ΖΩΗΣ

 

      Ψηλά, λίγο πιο πάνω από το Γιαννίτσι, σε ένα σπάνιας ομορφιάς και απερίγραπτου κάλλους θαυμάσιο τοπίο, βρίσκεται ο πανέμορφος και μοναδικός καταρράκτης "Παλιόμλος", πραγματικό στολίδι της φύσης και αναμφισβήτητο καμάρι της περιοχής μας. Το ιδιαίτερο όνομά του οφείλεται στον παλιό νερόμυλο ο οποίος βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το σημείο που ασταμάτητα πραγματοποιεί το ευέλικτο και αποφασιστικό του άλμα στο κενό και τον οποίο λειτουργούσαν στους δύσκολους καιρούς οι κατατρεγμένοι πρόγονοί μας. Εκεί, μέσα στο απότομο και δύσβατο φαράγγι, το οποίο μόνο τολμηροί μπορούν να προσεγγίσουν, δίπλα από τα ίχνη της μεγάλης μυλόπετρας που σώζεται ακόμα, βρίσκονται οι κρυστάλλινες πηγές του από τις οποίες αναβλύζουν τα γάργαρα και θεϊκά νερά του…


      Από το Γιαννίτσι, που βρίσκεται πάρα πολύ κοντά, όσοι κατοικούν εκεί, έχουν το πλεονέκτημα να απολαμβάνουν κάθε στιγμή την υπέροχη δροσιά του και να αισθάνονται πως παντού τους συντροφεύει η ανάλαφρη ανάσα του! Από την Αβαρίτσα όμως που βρίσκεται σε ιδανικότερη θέση και όσοι είναι τυχεροί να ζουν εκεί, τον συναντούν κάθε μέρα και τον χαιρετίζουν σχεδόν αδιάκοπα με το βλέμμα τους. Αλλά και πώς να μη στρέφει κανείς αυθόρμητα το βλέμμα του ολημερίς προς τα εκεί για να αντικρίσει τη λυγερή και παιχνιδιάρικη φιγούρα του, αφού η παρουσία του είναι μια μοναδική συντροφιά, μια ακαταμάχητη πρόκληση! Και απέναντι, από τις Καρούλες, που βρίσκονται σε σχετικά μικρή απόσταση, σου φαίνεται σαν να τον αγκαλιάζεις, σαν να τον υποδέχεσαι στην αυλή σου. Αισθάνεσαι πως φτάνουν ως εκεί οι δροσοσταλίδες του. Αλλά και από πιο μακριά, από τα Θανάσια, αν αγναντέψει κανείς, το μάτι του, σαν να μαγνητίζεται, "πέφτει" υποχρεωτικά πρώτα εκεί και τον παρατηρεί να δεσπόζει καμαρωτός και υπερήφανος σαν άρχοντας όλης της περιοχής στους πρόποδες της πιο όμορφης βουνοπλαγιάς των Τζουμέρκων…  

       Ο "Παλιόμλος" δεν είναι ένας απλός και κοινός καταρράκτης. Είναι μοναδικός και ιδιαίτερος. Η ανάλαφρη σιλουέτα του παρεμβάλλεται αρμονικά ανάμεσα σε δύο αντιθέσεις της φύσης οι οποίες με την παρουσία του συνθέτουν ένα καταπληκτικό και σπάνιο τοπίο. Από τη μια μεριά ο πανύψηλος, κάθετος και σαν κομμένος με μαχαίρι, φοβερός γκρεμός της Αγίας Κυριακής και από την άλλη η καταπράσινη και απότομη πλαγιά "Λίπα" με τις αιωνόβιες βελανιδιές, η οποία πήρε το όνομά της, γιατί το ευαίσθητο έδαφός της γλιστράει εύκολα σαν να ακουμπάει επάνω σε λιπώδες υπόστρωμα δημιουργώντας συχνές κατολισθήσεις. Η άγρια ομορφιά του τοπίου και οι ιδιαιτερότητες της φύσης, υποτάσσονται στο μεγαλείο και την επιβλητική ηρεμία του καταρράκτη ο οποίος κατέχοντας περίοπτη θέση ανάμεσά τους, εναρμονίζεται τέλεια μαζί τους, τα αλλοτριώνει και τα μεταλλάσει σε ένα απείρου κάλλους και περισσής ομορφιάς μαγικό τοπίο που εκπέμπει απέραντη γαλήνη σε ολόκληρη την περιοχή. Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά και η μοναδικότητα του "Παλιόμλου" τον καθιστούν ένα αξιοθαύμαστο και ανεπανάληπτο μνημείο της φύσης, που όμοιό του δεν υπάρχει!

      Τα κρυσταλλένια νερά του "Παλιόμλου" εδώ και αιώνες κατηφορίζουν τραγουδιστά το ρέμα στο καταπράσινο Γιαννίτσι και στη συνέχεια όταν φτάσουν σε περισσότερο "ομαλά" μέρη όπου η κοίτη αρχίζει να φαρδαίνει, σχηματίζουν τον "Αβαρτσιώτη", το ποταμάκι που είναι γνωστό σε όλους με την κοινή αυτή ονομασία.

       Ο "Αβαρτσιώτης" αφού περάσει δίπλα από την πανέμορφη και εύφορη κοιλάδα της Αβαρίτσας, συνεχίζει στο Φσιάϊ, περνάει έξω από τον Άγιο Στέφανο και του Σαρρή, για να φτάσει στου Καυκιά, στη "σμίξη", όπου ενώνεται με το Σαραντάπορο για να τον συνοδεύσει στο μακρινό ταξίδι του προς τον Άραχθο, άλλες φορές αγριεμένος και ασυμβίβαστος και άλλες σιγοτραγουδώντας ή ψιθυρίζοντας ήρεμα μαζί του…

        Η περιοχή που διαρρέεται από τον "Αβαρτσιώτη", είναι μια από τις πιο όμορφες και μοναδικές στην περιοχή μας. Το ποτάμι, αν και έχει σχετικά λίγα νερά, δίνει ζωή σε ολόκληρη την περιοχή με έναν ίσως παράδοξο τρόπο. Η ιδιόμορφη κοίτη του είναι καλυμμένη με παχύ στρώμα από μικρές και μεγάλες πέτρες, ανάμεικτες με χαλίκια, άμμο, χώματα, ξύλα, διάφορα άλλα φερτά υλικά, αλλά και τεράστιους ογκόλιθους. Όλα μαζί αυτά συναποτελούν τους "χαλιάδες", όπως είναι η κοινή ονομασία του στρώματος της κοίτης. Τα ανυπολόγιστα σε όγκο και φαινομενικά απύθμενα αυτά υλικά προέρχονται τόσο από τις συχνές κατολισθήσεις, όσο και από τις γύρω πλαγιές και τα οποία σιγά - σιγά έχουν παρασυρθεί και στοιβαχθεί εκεί στο πέρασμα του χρόνου, αλλά και σήμερα ακόμα παρασύρονται, από τα χειμαρρώδη νερά των βροχοπτώσεων.

      Ο "χαλιάς" αυτός λειτουργεί ιδιόμορφα με το δικό του αλλά σοφό τρόπο που του καθόρισε η φύση. Το λιγοστό νερό ξεκινάει από την πηγή, πιο κάτω συναντάει την απέραντη και αχανή κοίτη με το παχύ στρώμα των "χαλιάδων", απορροφάται το περισσότερο, αναβλύζει πιο κάτω, ξανααπορροφάται και ξανά πάλι το ίδιο, αλλά λες και είναι θεϊκό και ευλογημένο κατορθώνει να διαρρέει με επιφανειακή ροή όλο το ποτάμι, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Έτσι, όλη η κοίτη του ποταμιού απ’ άκρη σ’ άκρη, με λεπτές μεν ισορροπίες αλλά και με εκπληκτική αρμονία, διατηρείται αδιάκοπα σε ενεργή και ζώσα κατάσταση…

      Το χειμώνα, όταν βρέχει, τα νερά μαζί με τον τεράστιο όγκο των φερτών κάνουν το ποτάμι γίγαντα το οποίο πολλές φορές φουσκώνει τόσο, λες και αγριεύει και βρυχάται και φοβερίζει τα πάντα και δεν τολμάς ούτε να το κοιτάξεις. Κι αν το κοιτάξεις, στέκεσαι έκθαμβος μπροστά του και θαυμάζεις τη δύναμη και το μεγαλείο του. Ακόμα και οι τεράστιοι ογκόλιθοι, δεν τολμούν να αντισταθούν στο πέρασμά του. Παρασύρονται και αυτοί χρόνο με το χρόνο όλο και νοτιότερα…

       Κι όμως αυτό το ποτάμι κρύβει μέσα του μια διαρκή και αθάνατη ζωή. Όταν καταλαγιάσει λίγο η βροχή και τα νερά είναι ακόμα θολά, αλλά δεν μεταφέρουν πέτρες, η ζωή αρχίζει να κυκλοφορεί στα σπλάχνα του. Κι αυτή δεν είναι άλλη από τα πολλά ψάρια που παραδόξως διατηρεί ακόμα και μετά από μια τέτοια θεομηνία στην κοίτη του.

       Οι παππούδες και οι γονείς μας περίμεναν πώς και πώς αυτή την ώρα να βγάλουν το βραδινό πιάτο της οικογένειας. Και είχαν έναν απλό αλλά σίγουρο τρόπο για την απόλυτη επιτυχία στο έργο τους εκείνη τη στιγμή. Είχαν το "μαζάρι"! Το "μαζάρι", ήταν ένα απλό καλάμι που αντί για πετονιά είχε ένα σχοινάκι, συνήθως σπάγκο, στην άκρη του οποίου είχαν στερεώσει κατάλληλα το δόλωμα, που δεν ήταν τίποτα άλλο από σκουλήκια. Έπαιρναν μαζί τους και την ομπρέλα την οποία χρησιμοποιούσαν για διπλό σκοπό. Αν έβρεχε, την κρατούσαν για να μην βραχούν. Αν είχε σταματήσει η βροχή, τότε την άνοιγαν και την άφηναν δίπλα τους ανάποδα σαν λεκάνη. Έτσι καθισμένοι σε κατάλληλα σημεία στην όχθη, δίπλα στο "κατεβασμένο" και θολό ποτάμι, κρατούσαν το "μαζάρι" τους με το δόλωμα μέσα στο νερό. Και τότε, όταν καταλάβαιναν τράνταγμα στο χέρι, τράβαγαν απότομα και με απίστευτη δεξιοτεχνία το καλάμι, το οποίο κατηύθυναν στο κέντρο της ομπρέλας. Το ψάρι δεν προλάβαινε να αντιδράσει. Έτσι, χωρίς να έχουν βάλει αγκίστρι στο σχοινί, το ψάρι κρατώντας το δόλωμα στο στόμα του, βρισκόταν χωρίς να καταλάβει στο κέντρο της ανοιχτής ομπρέλας. Τότε εμείς, οι μικροί, βλέπαμε το μπάρμπα-Γιώργο, το μπάρμπα-Γιάννη και τους άλλους να χαμογελάνε ικανοποιημένοι κάτω από το μουστάκι τους, σαν να μας λέγανε: «Να πώς πιάνονται τα ψάρια!» Αυτό γινόταν συνήθως την άνοιξη και το φθινόπωρο, αλλά και πολλές φορές το χειμώνα, αν δεν είχε παγωνιές.

      Το καλοκαίρι, όταν τα νερά στο ποτάμι λιγόστευαν, τα πράγματα άλλαζαν. Τα ψάρια φαίνονταν με γυμνό μάτι καθώς κυκλοφορούσαν πάνω κάτω στο ποτάμι ή μαζεύονταν μέσα στις μικρές λιμνούλες που σχηματίζονταν στην ιδιόρρυθμη κοίτη του. Από εκεί, πάλι κάποιοι πήγαιναν και εξασφάλιζαν το φαγητό της οικογένειας. Άλλοι, με ανορθόδοξο μεν αλλά αποτελεσματικό τρόπο, χτυπούσαν τις πέτρες τη μία με την άλλη, όσες ήταν μέσα στο νερό και στις οποίες ήξεραν ή υπολόγιζαν ότι κάτω από αυτές βρίσκεται το ψάρι. Βέβαια, αυτός ο τρόπος ήταν κατακριτέος και αυστηρά καταδικαστέος απ’ όλους γιατί μαζί με τα μεγάλα ψάρια καταστρέφονταν και αρκετός "γόνος". Γι’ αυτό οι περισσότεροι όχι μόνο τον απέφευγαν αλλά απέτρεπαν και τους άλλους. Οι πιο τολμηροί έβαζαν τα χέρια τους μέσα στις σπηλιές που σχημάτιζαν οι πέτρες με τα υπόλοιπα υλικά της κοίτης και έπιαναν τα ψάρια. Όμως, κάπου εκεί εμφανιζόταν και κανένα νερόφιδο, αλλά όλοι τα θεωρούσαν ακίνδυνα γιατί το δήγμα τους μέσα στο νερό δεν εγκυμονούσε κινδύνους. Συνηθισμένα, επίσης, ήταν και τα καβούρια που κρύβονταν μέσα στις σπηλιές αλλά και οι βάτραχοι που έκαναν κάθε τόσο τα καταπληκτικά μακροβούτια τους, καθώς και πλήθος από γυρίνους.

      Άλλοι χωριανοί έφτιαχναν "συλπί" από βέργες ιτιάς. Δηλαδή, έκοβαν ένα μάτσο από ίσιες βέργες ιτιάς τις οποίες έδεναν όλες μαζί από το μέρος της κορυφής των κλαδιών που ήταν πιο λεπτές και από το άλλο μέρος που ήταν τα χοντρά μέρη της βέργας τα άνοιγαν σαν βεντάλια. Κατόπιν, τοποθετούσαν την παγίδα τους αυτή στην κοίτη του ποταμιού σε σημεία που υποχρεωτικά όλο το νερό πέρναγε απλωτά και ήρεμα από εκεί. Το βράδυ, που τα ψάρια κυκλοφορούσαν στο ποτάμι αμέριμνα, παγιδεύονταν μέσα στο "συλπί". Έτσι, πρωί - πρωί γινόταν η συγκομιδή, που πολλές φορές ήταν και αρκετά αξιόλογη.

       Άλλος τρόπος ήταν το "στύμμα". Έβρισκαν στο ποτάμι ένα εύκολο μέρος όπου μπορούσε να γίνει μικρή εκτροπή του νερού, γύρω στα 20 με 30 μέτρα και "έκοβαν" το "στύμμα", φτιάχνοντας απλό και πρόχειρο αυλάκι, ώστε να αλλάξει κατεύθυνση η πορεία του νερού. Πριν κόψουν το "στύμμα", έφραζαν την κύρια κοίτη του ποταμιού, κοντά στο τέλος της εκτροπής, με κλαδιά από πλατάνια για να μην περάσουν προς τα κάτω τα ψάρια όταν θα λιγόστευε το νερό, γιατί ποτέ δεν πετύχαιναν απόλυτο στέρεμά του. Κατόπιν άδειαζαν τις λιμνούλες, που βρίσκονταν στο μεσοδιάστημα του "στύμματος" μέχρι το τέλος της εκτροπής, με κουβά ή τενεκέ ή με τις χούφτες και μάζευαν τα ψάρια τα οποία αναγκαστικά εγκλωβίζονταν εκεί. Αυτός ο τρόπος χρειαζόταν πολλή δουλειά και τις περισσότερες φορές δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Συνήθως τον χρησιμοποιούσαν οι αρχάριοι, που δεν μπορούσαν να ψαρέψουν διαφορετικά…

      Επίσης, κάποιες φορές το ψάρεμα γινόταν με αγκίστρι, κυρίως από τους νεότερους, αλλά μόνο σε περιπτώσεις που τα νερά στο ποτάμι ήταν αρκετά, όπως την άνοιξη ή το καλοκαίρι μετά από βροχόπτωση που οι λεκάνες της κοίτης ήταν γεμάτες και ήταν πιο εύκολο να λειτουργήσει αποτελεσματικά το αγκίστρι. Έπιαναν κάτι δροσίνες!...

      Με όποια τεχνική και αν γινόταν το ψάρεμα, η ψαριά μεταφερόταν τόσο κατά τη διάρκεια του ψαρέματος, όσο και αργότερα για το σπίτι, με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Έβρισκαν στην παρόχθια περιοχή ένα μακρύ κλωνάρι ρίγανης, καθάριζαν τα φύλλα και άφηναν την κορυφή με το άνθος. Στη συνέχεια "πέρναγαν" τα ψάρια ένα - ένα στη ρίγανη από τα βράγχια προς το στόμα και τα αρμάθιαζαν εκεί, ώστε να συγκρατούνται από το άνθος της ρίγανης. Έτσι τα ψάρια, κρεμασμένα στη ρίγανη, διατηρούνταν στεγνά για να μη χαλάσουν, αλλά και συνάμα μεταφέρονταν χωρίς δυσκολία.

     Τώρα, αν και το ποτάμι "κρατάει" όπως πάντα πάρα πολλά ψάρια, εκτός από μερικούς πιτσιρικάδες που κάποιες φορές επιδιώκουν να μάθουν την "τέχνη", κανένας άλλος δεν πηγαίνει για ψάρεμα. Ίσως επειδή περνάει ο ψαράς, ίσως επειδή ευαισθητοποιηθήκαμε πιο πολύ, ίσως επειδή δεν πεινάμε όπως οι παππούδες μας… Όμως, το θαύμα εξακολουθεί να κάνει τον κύκλο του. Κάθε καλοκαίρι, όποια ώρα και να περάσεις από το ποτάμι, βλέπεις τα ψάρια να φτερουγίζουν, να κάνουν τις φιγούρες τους και να λικνίζονται μέσα στα πεντακάθαρα νερά ή να τρέχουν να κρυφτούν στις σπηλιές που σχηματίζουν οι πέτρες μέσα στο νερό.

       Τρία είναι τα βασικά ψάρια που "κρατάει" το ποτάμι μας, ο "Αβαρτσιώτης": η δροσίνα, τα μπριάνια και οι μουστακάδες. Όλα τους λαχταριστά και πανέμορφα. Τα τελευταία χρόνια, μετά το κλείσιμο του φράγματος Πουρναρίου, εμφανίστηκαν στο ποτάμι μας και άλλα είδη ψαριών. Όμως αυτά, όπως συμφωνούν όλοι, δεν μπορεί να συγκριθούν από κάθε άποψη με τα ντόπια.

       Στην παραποτάμια περιοχή, ιδίως από τη μεριά της κοιλάδας της Αβαρίτσας, σε κατάλληλα σημεία υπήρχαν και πολλά χέλια, τα οποία όμως, όπως φαίνεται, εξαφανίστηκαν μετά το φράγμα Πουρναρίου. Δύο ήταν οι τρόποι για να πιαστούν τα χέλια. Ο ένας ήταν το κάρφωμα με πιρούνι και ο δεύτερος, ο πιο συνηθισμένος, το πιάσιμο με πανί, κυρίως με κάλτσα που φοράγανε στο χέρι σαν γάντι ή με άλλο ύφασμα για να μην γλιστρήσει το χέλι και φύγει. Ο ίδιος, έπιασα μια φορά ένα χέλι με το δικό μου τρόπο. Άδειασα το νερό ενός κοιλώματος με έναν κουβά, στο ποτάμι που περνάει κάτω από το σπίτι του Μητρογιώργου και κατάφερα να το εγκλωβίσω σ’ αυτόν και να το πιάσω. Ήταν ένα χέλι γύρω στα 70 εκατοστά. Χαρά που έκανα καθόσον ήμουν και μικρός, αφού πήγαινα ακόμα στο Γυμνάσιο…

       Τώρα, ο Θανάσης, ο Γιώργος, ο Δημήτρης, ο Παντελής, ο Χρήστος, εγώ και άλλοι, πολλές φορές τα καλοκαίρια παίρνουμε τα παιδιά μας και πηγαίνουμε βόλτα στο ποτάμι για να τους δείξουμε τις δροσίνες, τους μουστακάδες, κανένα μπριανάκι, τα καβούρια, τους βατράχους, τους γυρίνους, τα νερόφιδα, να κυκλοφορούν ασταμάτητα μέσα στα λιγοστά νερά που διατρέχουν διαρκώς την κοίτη. Και τα ψαράκια λες και ξεθάρρεψαν, λες και ημέρεψαν, λες και είναι πιο πολλά από ποτέ, στέκονται απέναντί μας για να μας δώσουν την ευκαιρία να τα δείξουμε στα παιδιά και να τους διηγηθούμε τις παλιές ιστορίες μας. Τι όμορφα!

      Επιστρέφοντας από δρομάκια και μονοπάτια δίπλα στα "βρυτσούλια" ή στα τρεχούμενα νερά μέσα στις ιτιές και στα πλατάνια, συναντάμε τις λιβελλούλες, δηλαδή αυτά τα μπλε, πρασινωπά ή πολύχρωμα έντομα, με τη μακρουλή ζωηρόχρωμη κοιλιά και τις μακρόστενες φτερούγες, που μοιάζουν με πανέμορφες πεταλουδίτσες. Οι λιβελλούλες είναι αναμφισβήτητο σημάδι της καθαρότατης και αμόλυντης περιοχής μας, γιατί μόνο σε τέτοια μέρη τις συναντάει κανείς αυτές. Και πραγματικά η περιοχή μας, εκτός από τις απείρου κάλλους φυσικές ομορφιές που διαθέτει, είναι και μια από τις πλέον καθαρότατες και τελείως αμόλυντες, χάρη στο νεράκι του "Παλιόμλου", που γάργαρο τη διαρρέει ασταμάτητα.

       Πραγματικά, αξίζει τον κόπο να επισκεφθεί κανείς την περιοχή μας για να θαυμάσει και να απολαύσει από κοντά τις μοναδικές και σπάνιες ομορφιές που απλόχερα της χάρισε η φύση!

 

                                                                                            Νίκος Τσιούνης

 
Δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα "Το Βουργαρέλι" Αριθ. Φύλλου 226 - Ιούλιος 2011 

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου